Πλειστόκαινος

Πλειστόκαινος


του Στάθη

Αρχαίες πέτρες μέσα στις πευκοβελόνες. Στο λιοπύρι του μεσημεριού, αρχές καλοκαιριού. Στην Ολυμπία (τα Ολύμπια, όπως τα λέμε οι ντόπιοι) οι πέτρες είναι από πορόλιθο – μάλιστα διαβρωμένες από τη λάσπη και τα νερά του Αλφειού που τις είχε πάρει αγκαλιά για αιώνες – ο Ρουφιάς, καθώς τον αποκαλούσαν
οι ντόπιοι πάλι, πριν να αναλάβουν έργο τα σχολαρχεία του νεώτερου κράτους και «επισκεφθεί εκ νέου το όνομά του» τον Αλφειό. Στοργικό
ποτάμι, όταν οι αγώνες είχαν πεθάνει και έρημη έχασκε η Ολυμπία – άλλωστε βαριά λεηλατημένη – έκανε έναν μεγάλο σεισμό που ακούστηκε από την Αλεξάνδρεια έως την Αντιόχεια κι από την Έφεσο έως την Κρήτη και τον Μωριά, τον ένιωσε ο Αλφειός
κι άλλαξε ρουν και κοίτες, πήρε την Ολυμπία στον κόρφο του και την κοίμισε στο νανούρισμα των υδάτων του για αιώνες. Ύστερα πάλι ήρθαν άλλοι καιροί και ο Ρουφιάς πήγε πάλι πιο κει αφήνοντας την κόρη να ξαναβγεί στο φως – ένα φως που πια έφεγγε πιο ανθρώπινο. Οι Γάλλοι στρατιώτες
που εκστράτευαν κατά του Ιμπραήμ κατασκήνωσαν ένα βράδυ στις υπώρειες του Κρονίου Λόφου (που ότι ήταν ο Κρόνιος δεν ξέραμε) και κάποιοι κάθισαν πάνω στις πέτρες που είχαν αναδυθεί απ’ τα σπλάχνα της γης (ή μάλλον της μάνας Γης) λες και συνόδευαν την επιστροφή της Περσεφόνης απ’ τον Άδη.

Σήμερα οι πέτρες της Ολυμπίας στέκουν οι περισσότερες πεσμένες ανάμεσα στις πευκοβελόνες, χωρίς τον μαρμάρινο στολισμό τους, χωρίς τα χρώματα και τις βαφές τους. Οι ερειπιώνες όμως έχουν μια δικιά τους αρχιτεκτονική, εν τέλει οικεία, που ενώνει τη γεωμετρία με τον χρόνο, δίνει το προβάδισμα στα χορτάρια και τα πλάσματα των θεών, τα φίδια, τις πασχαλίτσες, τ’ αρνιά, τις αλεπούδες – ένα
πανηγύρι της ζωής που σε ένα τελικό στάδιο συμφιλιώνει την πόλη με τη φύση. Εδώ ο πολιτισμός – αυτή η αποσκίρτηση απ’ τη φύση – επανέρχεται νικητής και ηττημένος στην αγκαλιά της μάνας του ως έκθεμα – και εν τω άμα ως οιωνός της κατάληξης των αγέρωχων επιτευγμάτων μας. Για την ώρα πάντως με μια τρυφερότητα που μυρίζει ακόμα πεύκο και κεφτεδάκια της μαμάς στη μαγεία της σχολικής εκδρομής, με τη δασκάλα να ευωδιάζει γιασεμάκι – δώρο στα αγάλματα.

Ας είμαστε καλά και, ώσπου οι κοσμοσείστες Τιτάνες να σαλέψουν ξανά την πλάση, έχουμε καιρό να ρίχνουμε βόμβες, να βγάζουμε λεφτά, να σκοτώνουμε τους θεούς, να απομαγεύουμε τις σχέσεις μας – μην τρελαινόμαστε! έτσι κάνουν οι άνθρωποι – όμως άνθρωποι επίσης είναι και όσοι κάνουν τα αντίθετα. Και πάντως πάντα (ώς το τέλος μας δηλαδή) θα έχουμε και την πλάκα μας.

• Κυρ-Αστυνόμε με ληστέψανε, λέει ο Ρουβίκωνας.
• Τι λες παιδί μου; οι δικοί σου; κανένα σέβας!
• Όχι κυρ-Αστυνόμε – τρέχα! Μπροστά στην ανομία είμαστε όλοι ίσοι.

Παρακεί έσπασε ένα βιβλιοπωλείο ο ανεγκέφαλος, είπε τον φασίστα (που το έσπασε) επαναστάτη ο εγκέφαλος (που σκαρώνει αυτές τις δουλειές), δεν έπιασε ο Αστυνόμος που δεν πιάνει τον Ρουβίκωνα τους ληστές που λήστεψαν τον Ρουβίκωνα – ούτε ο Μένανδρος δεν θα ανέβαζε τέτοια κωμωδία!

Ευθυμήστε, ζούμε ωραίες στιγμές – την εποχή του Καρανίκα! Ξέρετε, αυτό το κολλητάρι του Αριστοτέλη που μίλαγε στα ψάρια που ψάρευε ο Γκορναλέξανδρος στην Ημαθία όταν, κατά την πλειστόκαινο, ήταν λίμνη.

Η μούφα, ο μπούφος και ο μπάφος! τι άλλο θέλουμε…

από το «http://www.topontiki.gr/»

 

Αφήστε ένα σχόλιο