Το διπλό νομισματικό σύστημα και οι επιπτώσεις του (επικαιροποιημένο) -και λίγα λόγια για την Ιταλία

Το διπλό νομισματικό σύστημα και οι επιπτώσεις του (επικαιροποιημένο) -και λίγα λόγια για την Ιταλία


του Όθωνα Κουμαρέλλα*

Στη γειτονική Ιταλία, οι πρόσφατες εκλογές έφεραν δύο -υποτίθεται- «ευρωσκεπτικιστικά» κόμματα να σχηματίζουν εντός των ημερών κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση που έχει στο «πακέτο» της προγραμματικής συμφωνίας των δύο κομμάτων που έλαβαν την εντολή να τη συγκροτήσουν (5 αστέρια & Λίγκα του Βορρά), τη διερεύνηση της δυνατότητας εφαρμογής ενός παράλληλου στο ευρώ συστήματος πληρωμών.

Με δεδομένο το γεγονός ότι στο σύνολο της ευρωζώνης η μοναδική νομισματική Αρχή που ασκεί τις αντίστοιχες πολιτικές είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και όλα τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα -και χρεωμένα- σε αυτήν την -υποτίθεται- κεντρική τράπεζα, μια τέτοια εξέλιξη στην Ιταλία προκαλεί ήδη (στην προοπτική της), σοβαρές αναταράξεις, αλλά και φούντωμα της συζήτησης περί του διπλού νομισματικού συστήματος και της δυνατότητας μιας μονομερούς εφαρμογής ενός τέτοιου συστήματος από την Ιταλία, ή από οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Με δεδομένο επίσης, ότι η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στην Ευρώπη, οι επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης θα είναι κοσμοϊστορικές για το μέλλον της ευρωζώνης, αλλά και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην πραγματικότητα και εάν βεβαίως η νέα κυβέρνηση θελήσει να μείνει σταθερή στις δεσμεύσεις της προς τον ιταλικό λαό με βάση τις οποίες εξελέγη, θα πρόκειται για μια «πυρηνική» τορπίλη στα μαλακά ύφαλα του ήδη κλυδωνιζόμενου επικίνδυνα ευρωπαϊκού «σκάφους».

Αφού σε συνέχεια της ελληνικής «κρίσης», μια τέτοια εξέλιξη στην Ιταλία θα καταδείξει παντού στον κόσμο τα σοβαρά ελαττώματα του ευρώ και των αντίστοιχων αδυναμιών του να υπηρετεί τις οικονομίες των επί μέρους χωρών της Ένωσης. Ενώ θα φέρει σε σοβαρή αντιπαράθεση όλο το θεσμικό σύστημα της Ε.Ε., όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, τόσο με την κυβέρνηση της Ιταλίας, όσο και με το σύνολο των λεγόμενων «ευρωσκεπτικιστικών» δυνάμεων παντού στην Ευρώπη, απελευθερώνοντας τεράστιες φυγόκεντρες δυνάμεις, που κανένα ευρωιερατείο δεν θα είναι σε θέση να τις τιθασεύσει.

Η διάλυση της Ένωσης θα γίνει σχεδόν αναπόδραστη, αφού θα έχουν σπάσει οριστικά και οι ψυχολογικοί δεσμοί, με τον «φεντεραλισμό» να κατρακυλά στα τάρταρα και κανένα φληνάφημα περί αλληλεγγύης, ειρήνης, δημοκρατίας, σύγκλισης οικονομιών, βιοτικού επιπέδου, ή κοινών πολιτιστικών αξιών, να μην μπορεί να σταθεί μπροστά στο «τσουνάμι» των εξελίξεων.

Λόγω της «ποιότητας» αυτής καθ’ αυτής ενός τέτοιου διπλού νομισματικού συστήματος, και του γνωστού ως «νόμος του Γκρέσαμ», μόνο ως προσωρινή και ενδιάμεση λύση, για την καθιέρωση γνήσιου εθνικού νομίσματος, θα μπορούσε να θεωρηθεί και μάλιστα ακόμη κι αυτό με σοβαρές επιφυλάξεις, όπως θα αναλυθεί παρακάτω.

Περί τίνος πρόκειται;

Το διπλό νομισματικό σύστημα δεν είναι καινούργια ανακάλυψη. Υπάρχει και έχει δοκιμαστεί πολλές φορές από την αρχαιότητα ήδη. Τα «τσίγκινα» κέρματα απέναντι στα χρυσά και τα αργυρά. Είναι γνωστό ήδη από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη στην αρχαία Αθήνα όπου «το κακό νόμισμα τρώει το καλό».

Ο μόνος λόγος που εφαρμόστηκε -και όπου εφαρμόστηκε- είναι η πλήρης απαξίωση εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων προς όφελος αυτών που έχουν διαθέσιμο -είτε μέσω αποθησαυρισμού, είτε με άλλο τρόπο- το «σκληρό» νόμισμα. Σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις, όπου εφαρμόστηκε και για όσο διάστημα εφαρμόστηκε, αυτό είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα.

Μερικοί το συγκρίνουν με ένα σύστημα που ίσχυσε στην Κούβα, ή ένα παράλληλο φράγκο που χρησιμοποιείται στην Ελβετία. Καμία σχέση! Το «μετατρέψιμο» πέσος που εφαρμόζει η Κούβα από το 1994 είναι ένα νομισματικό τρυκ για την εξασφάλιση κυρίως από τον τουρισμό πολύτιμου συναλλάγματος εξ αιτίας του εμπάργκο, ενώ το ελβετικό WIR είναι ένα ανεξάρτητο σύστημα συμπληρωματικού νομίσματος που εξυπηρετεί τις επιχειρήσεις συγκεκριμένων κλάδων σε συναλλαγές μεταξύ τους και δεν υπάρχει σε φυσική μορφή, παρά μόνο ηλεκτρονικά, μη προσβάσιμο από το ευρύτερο κοινό.

Το 2008-2009 ένα σύστημα πληρωμών με υποσχετικές (IOUs) εφαρμόστηκε προσωρινά στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ, επειδή ο προτεινόμενος τότε προϋπολογισμός από τον κυβερνήτη (Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ), δεν κατάφερε να υπερψηφιστεί από τα 2/3 της τοπικής βουλής, όπως απαιτεί ο αμερικανικός νόμος και το σύστημα κατέρρευσε μέσα σε ελάχιστους μήνες.

Στην Ελλάδα εφαρμόστηκε για πρώτη φορά με το διάταγμα της 30ής Μαΐου 1893, για την πληρωμή ληξιπρόθεσμων τοκοχρεολυτικών δόσεων, με τη μορφή σκριπ -Scrip- (από το αγγλικό Subscription), από την κυβέρνηση Σωτηρόπουλου – Ράλλη. Τα σχετικά «χαρτιά» ήταν μεταβιβάσιμα ως χρεόγραφα. Η κυβέρνηση Σωτηρόπουλου κατέρρευσε σε λίγους μήνες, για να επακολουθήσει η χρεοκοπία επί Χαριλάου Τρικούπη τον Δεκέμβριο του 1893 με το περίφημο «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»! Ειρήσθω εν παρόδω, και τότε η χώρα ανήκε σε κάτι αντίστοιχο της ευρωζώνης της εποχής, τη Λατινική Ένωση.

Για την περίπτωσή μας σήμερα, μετά το ξέσπασμα της κρίσης χρέους και την εφαρμογή των μνημονίων, το διπλό νομισματικό κυκλοφορεί ως πρόταση ήδη από το 2010.

Επίσημα προτάθηκε από τη Deutsche Bank με έκθεσή της τον Μάιο του 2012, ως ενδιάμεση λύση για να μην εγκαταλείψει η Ελλάδα την ευρωζώνη. Την ίδια περίοδο ένα τέτοιο σύστημα προτάθηκε από το ινστιτούτο Levy στην Αμερική με τη μορφή g-notes. Από το συγκεκριμένο think tank προέρχεται και ο μέχρι πρόσφατα υπουργός Οικονομικών Δ. Παπαδημητρίου.

Η φενάκη του χορτάτου σκύλου με την πίτα ολόκληρη

Έκτοτε η πρόταση του διπλού νομισματικού επανέρχεται και στο εσωτερικό της χώρας, υποστηριζόμενη από αρκετούς οικονομολογούντες και πολιτικούς, που είτε από άγνοια, είτε από σκοπιμότητα, ενώ βλέπουν τα αδιέξοδα που έχει δημιουργήσει η συμμετοχή μας στην ευρωζώνη και αντιλαμβάνονται την ανυπαρξία λύσης με ευρώ, προτείνουν το διπλό νομισματικό ως «θεραπεία».

Θεωρούν, ότι έτσι θα έχουν και τον σκύλο χορτάτο, μέσω μιας πιθανολογούμενης επίλυσης προβλημάτων ρευστότητας, δυνατότητα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και ελλειμματικών προϋπολογισμών και από την άλλη, θα έχουν την πίτα ολάκερη, δηλαδή την παραμονή στην… «αγία» ευρωζώνη.

Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του «Yanis Varoufakis» τις παραμονές του δημοψηφίσματος του 2015 με την πρόταση εισαγωγής παράλληλου συστήματος πληρωμών με υποσχετικές IOUs (όπως περίπου έγινε στην Καλιφόρνια). Αλλά και σήμερα η πρόταση επανέρχεται σε διάφορες εκδοχές, κυρίως με βάση μια πρόταση που φέρεται να έχει κάνει ο τέως υπουργός οικονομικών της Γερμανίας Σόιμπλε, με ταυτόχρονη «προικοδότηση» της Ελλάδας με 50 δις ευρώ (προφανώς δανεικά και για την ομαλή συνέχιση της αποπληρωμής του ήδη υφιστάμενου δημόσιου χρέους).

Δυστυχώς, όπως συνήθως συμβαίνει, το τυράκι το οσμίζονται όλοι (τα 50 δις κι ας είναι δανεικά), τη φάκα όμως την βλέπουν ελάχιστοι!

Παρ’ όλα αυτά οι θιασώτες του διπλού νομισματικού, δηλαδή παραμονή στην ευρωζώνη και το ευρώ και παράλληλη κυκλοφορία ενός άλλου «παράλληλου» νομίσματος μόνο και αποκλειστικά για εσωτερική χρήση, θα πρέπει να απαντήσουν στα εξής συνακόλουθα απλά ερωτήματα: Είναι ατελές το ευρώ ως νόμισμα, για να καλύπτει της ανάγκες της οικονομίας μας, έτσι ώστε να χρειάζεται εσωτερικό «δεκανίκι»;

Σε ποια ακριβώς σημεία το ευρώ δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, ή της αντίστοιχης ιταλικής, ή οποιασδήποτε άλλης χώρας που αντιμετωπίζει προβλήματα;;

Εάν είναι ατελές και ανεπαρκές να ικανοποιεί τις ανάγκες της οικονομίας, τότε προς τι η προσήλωση για την παραμονή μας στην ευρωζώνη;

Φυσικά η αναμενόμενη απάντηση θα είναι, ότι το ευρώ δεν είναι ατελές και αναποτελεσματικό στη λειτουργία του, αλλά είναι η Ελλάδα με τις «ιδιαιτερότητές» της, το υψηλό χρέος, τα ελλείματα και τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα, που δεν μπορεί να προσαρμοστεί. Βλέπουμε όμως ότι κι άλλοι δεν μπορούν να προσαρμοστούν στον στενό «κορσέ του ευρώ και του «δημοσιονομικού» συμφώνου.

Στην παραπάνω απάντηση όμως, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνεται αυτός που τη δίνει, ενυπάρχει η παραδοχή, ότι σε καθεστώς ευρώ είναι οι χώρες, οι κοινωνίες και η οικονομία που θα πρέπει να προσαρμόζονται στις ανάγκες του νομίσματος κι όχι το αντίστροφο -όπως θα έπρεπε- το νόμισμα να προσαρμόζεται στις ανάγκες της οικονομίας και κατ’ επέκταση της κοινωνίας.

Επίσης, με την τοποθέτηση αυτή, καθόλου δεν απαντάται το ζήτημα του κατά πόσο το ίδιο το ευρώ έπαιξε ρόλο -και πόσο σημαντικός ήταν αυτός- αν όχι στη δημιουργία, στη σοβαρή επιδείνωση όλων αυτών των «ιδιαιτεροτήτων» της ελληνικής οικονομίας (κι όχι μόνο) και στην «αδυναμία» της να προσαρμοστεί.

Ούτε βέβαια απαντάται το ερώτημα του ποιος είναι ο λόγος -ακόμη κι αν έτσι είναι τα πράγματα και το πρόβλημα οφείλεται στην ελληνική «ιδιαιτερότητα» και «α-προσαρμοστικότητα»- ολόκληρη η χώρα να τίθεται στην προκρούστεια νομισματική κλίνη; Εν τέλει μπορεί και να προσαρμοστεί, αλλά ποιο είναι και ποιο θα είναι από εδώ και στο εξής το κόστος αυτής της προκρούστειας προσαρμογής;

Παρ’ όλα αυτά, το διπλό νομισματικό είναι στο «τραπέζι», ενδεχομένως ως προσπάθεια «γλύκανσης» αυτής της «προσαρμογής» και πρέπει να δούμε ορισμένα ζητήματα που προκύπτουν:

Ποιος θα εκδώσει το διπλό, ή παράλληλο νόμισμα;

Είναι δεδομένο ότι με την ένταξή μας στην ευρωζώνη -και αφού με το διπλό νομισματικό δεν προβλέπεται η καθαρή έξοδος από αυτήν, αντίθετα προτείνεται αντ’ αυτής της εξόδου- η χώρα στερείται νομισματικής αρχής και η τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί υποκατάστημα της ΕΚΤ. Έτσι, το παράλληλο νόμισμα θα εκδώσει -με την επίβλεψη της ΕΚΤ- η Τράπεζα της Ελλάδος. Δεν νοείται και δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, παρά μόνο με αυτονόμηση της νομισματικής αρχής, δηλαδή προσωρινής, ή οριστικής ολικής εξόδου από την ευρωζώνη, με ό,τι ήθελε προκύψει από το γεγονός αυτό. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την Ιταλία.

Εξ άλλου διακηρυγμένος στόχος -τουλάχιστον ορισμένων από τους προτείνοντες το διπλό νομισματικό- είναι η παραμονή στην ευρωένωση με κάθε μέσο και τρόπο, ενώ για άλλους το διπλό νομισματικό ενδέχεται να αποτελεί μια καλή ενδιάμεση λύση, για όσο το δυνατό ομαλότερη έξοδο από την ευρωζώνη (όπως φαίνεται να είναι η επιδίωξη της νέας ιταλικής κυβέρνησης, στο βαθμό που θα μείνει προσηλωμένη στο εξαγγελθέν πρόγραμμά της)..

Και στην πρώτη περίπτωση (παραμονή στην ευρωζώνη), αλλά και στη δεύτερη (προετοιμασία ομαλής εξόδου), εάν με την επιβολή διπλού νομισματικού πάμε στη δημιουργία ελληνικής νομισματικής αρχής με ανεξαρτησία, τότε θα έχουμε δύο ανταγωνιζόμενες αρχές στην ίδια χώρα (το ίδιο ισχύει και για την Ιταλία, αλλά και οποιαδήποτε άλλη χώρα). Από τη μια η ΕΚΤ με το ευρώ και από την άλλη η ελληνική νομισματική αρχή με το «μαλακό» παράλληλο νόμισμα. Είναι αυτό δυνατόν; Ποια θα επικρατήσει; Δεν θέλει και πολύ σκέψη η απάντηση. Δεν έχει νόημα καν, αφού η ελληνική νομισματική αρχή θα υποχρεώνεται να ακολουθεί τις επιταγές της ΕΚΤ. Συνεπώς δεν μπορεί παρά η ΕΚΤ να είναι πίσω από την έκδοση του δεύτερου παράλληλου νομίσματος.

Με την άμεση εξάρτηση του από την ΕΚΤ το ελληνικό κράτος δεν θα είναι σε θέση, ούτε τότε, να ασκεί ανεξάρτητη νομισματική πολιτική, να καθορίζει τα επιτόκια κτλ, έστω και κατ’ εξαίρεση εντός της ευρωζώνης, όπως ακριβώς δεν ασκεί και σήμερα. Εάν απεξαρτηθεί από την ΕΚΤ και αποκτήσει αυτονομία στην άσκηση νομισματικής πολιτικής, τότε θα είναι de facto εκτός ευρωζώνης -όπως προαναφέρθηκε- και δεν έχει νόημα η ύπαρξη παράλληλου νομίσματος, ακόμη και ως ενδιάμεσου βήματος, αλλά η άμεση καθιέρωση ενός και μοναδικού -μη μετατρέψιμου σε άλλο- εθνικού νομίσματος.

Ποιος θα είναι ο σκοπός του;

Ο σκοπός -θεωρητικά- είναι μια ειδικού τύπου ποσοτική χαλάρωση, αφού με το ευρώ υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας στην οικονομία, που θα επιτρέψει επίσης ελλειμματικούς προϋπολογισμούς στο παράλληλο εσωτερικό νόμισμα. Το επίσημο νόμισμα όμως θα εξακολουθεί να είναι το ευρώ, ενώ το παράλληλό του θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για εσωτερική χρήση. Έτσι το κράτος θα μπορεί να δαπανά σε «δραχμές», ή σε υποσχετικές, και να ακολουθεί μια κάποιου τύπου επεκτατική πολιτική και να συσσωρεύει ευρώ για την αποπληρωμή των τόκων του εξωτερικού δανεισμού.

Οι αντιφάσεις και οι συνέπειές τους

Από το σημείο αυτό και μετά αρχίζουν όλες οι αντιφάσεις, που καθιστούν το σύστημα αυτό ανεφάρμοστο, κι αν επιχειρηθεί θα οδηγήσει σε πλήρες αδιέξοδο και στο αποτελείωμά μας (ή στην πλήρη ρήξη με την ευρωένωση στην περίπτωση της Ιταλίας, η οποία διαφοροποιείται από την Ελλάδα λόγω επιπέδου ανάπτυξης της παραγωγής της και του μεγέθους της ως τρίτη οικονομία στην ευρωένωση, χωρίς τις δουλείες που επιβλήθηκαν σε εμάς μέσω των αλλεπάλληλων μνημονίων).

Διότι το ελληνικό κράτος δεν θα μπορεί να διακηρύξει, ότι θα δέχεται στις συναλλαγές του αποκλειστικά και μόνο το παράλληλο, αφού το ευρώ θα εξακολουθεί να είναι μέσο συναλλαγών. Όλες οι προτάσεις γύρω από το διπλό νομισματικό μιλάνε για τις συναλλαγές που θα γίνονται και στα δύο νομίσματα. Γι’ αυτό εξ άλλου και το δεύτερο «μαλακό» δηλαδή υποτιμήσιμο νόμισμα αποκαλείται παράλληλο, ή συμπληρωματικό. Αυτό που μπορεί να κάνει το κράτος είναι να πληρώνει μισθούς και συντάξεις στο παράλληλο, καθώς και μέρος των προμηθειών του. Όμως έτσι θα είναι υποχρεωμένο να δέχεται και την πληρωμή των φόρων στο παράλληλο νόμισμα και τότε θα έχει πρόβλημα να συγκεντρώνει τα αναγκαία ποσά για την αποπληρωμή των τόκων του δημόσιου χρέους σε ευρώ, ακόμη και πλεόνασμα σε «παράλληλο» να έχει (υπ’ όψη ότι διαγραφή χρέους εντός ευρωζώνης δεν νοείται). Η «πιάτσα» όμως θα λειτουργεί και με τα δύο νομίσματα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Μολονότι το παράλληλο νόμισμα ως αποκλειστικά εσωτερικής χρήσης δεν θα είναι εισηγμένο στις διεθνείς χρηματαγορές για να διακυμαίνεται ελεύθερα, με την παράλληλη κυκλοφορία του ευρώ, που κανείς δεν μπορεί να την αποτρέψει εντός ευρωζώνης, η καθίζηση της αξίας του από την πρώτη ήδη ημέρα θα είναι επική. Πολλοί από τους προτείνοντες υπολογίζουν την υποτίμηση στο 60%. Μάλλον θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Αλλά κι αν οι προβλέψεις είναι υπερβολικές και η υποτίμηση δεν ξεπεράσει το 20-25% -όπως ορισμένοι διατείνονται- μπορεί κανείς να φανταστεί τι θα συμβεί με τα νοικοκυριά να χάνουν μέσα σε ελάχιστο χρόνο άλλο ένα επιπρόσθετο -σε αυτό που έχουν ήδη χάσει- 20-25% από την αγοραστική τους δύναμη και οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων άλλα τόσα! Πολύ χειρότερα θα είναι εάν επαληθευθούν οι προβλέψεις. Διότι δεν μιλάμε για εξωτερική υποτίμηση λόγω ελεύθερης διακύμανσης στις αγορές, αλλά καθαρά εσωτερική σε σχέση με το επίσημο νόμισμα, που θα αρχίζει να σπανίζει και να συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια. Κι επειδή τα πάντα είναι προσφορά και ζήτηση, όσο το ευρώ θα σπανίζει, η αξία του θα πολλαπλασιάζεται σε σχέση με το «παράλληλό» ή «συμπληρωματικό» του, αφού όλοι θα θέλουν να πληρώνονται και να αποταμιεύουν σε ευρώ.

Εάν, για να αποφύγουμε αυτό, απαγορευθεί -όπως από ορισμένες πλευρές προτείνεται- δια νόμου η κυκλοφορία του ευρώ και η μετατρεψιμότητα του παράλληλου σε αυτό, τότε θα έχουμε τεθεί αυτόματα εκτός ευρωζώνης και δεν θα μιλάμε για παράλληλο νόμισμα, αλλά για ψευδο-εθνικό νόμισμα, που θα ελέγχεται όμως από την ΕΚΤ, με τη μαύρη αγορά να διαπρέπει. Έτσι, θα μας έχουν ήδη πετάξει έξω από την ευρωζώνη και δεν θα μας επιτρέπουν ταυτόχρονα να ασκήσουμε ανεξάρτητη πολιτική. Κατοχή εις το τετράγωνο!!! Τουλάχιστον τώρα δεν έχουμε μαύρη αγορά και έχουμε την ευχέρεια να τρώμε άφθονο το κουτόχορτο, ότι ανήκουμε ως ισότιμα μέλη στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια.

Φυσικά εάν οψέποτε εφαρμοστεί ένα τέτοιο σύστημα, η ισοτιμία του παράλληλου νομίσματος (g-euro, ή «δραχμή», ή g-notes, ή όπως αλλιώς αποκληθεί), με το ευρώ θα καθοριστεί κατ’ αρχή διοικητικά. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Ωστόσο, οι δυνάμεις τις αγοράς θα είναι αυτές που θα καθορίσουν στην πορεία, έτσι κι αλλιώς, την ισοτιμία του, σπρώχνοντας σε ένα χωρίς προηγούμενο υποτιμητικό σπιράλ. Αφού είναι αναπότρεπτο η ζήτηση να στραφεί προς το σπανιότερο, αλλά σαφώς ισχυρότερο και θεωρούμενο ασφαλέστερο νόμισμα -το «καλό» νόμισμα-, στην προκειμένη περίπτωση στο ευρώ. Φυσικά, η υποτίμηση είναι ένας από τους στόχους, αν όχι ο κυριότερος στη λογική του διπλού νομισματικού, έστω κι αν αυτό δεν ομολογείται. Ορισμένοι την επιδιώκουν, αλλά -υποτίθεται- λελογισμένη προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.

Η «πιάτσα» όμως είναι αμείλικτη σε τέτοιες περιπτώσεις, για όσους τη γνωρίζουν στοιχειωδώς, πέραν των θεωριών που αναπτύσσονται στα αμφιθέατρα και στα εγχειρίδια. Και ο έλεγχος από την πλευρά των αρχών θα αποδειχθεί άλυτη άσκηση επί χάρτου.

Όλοι θα θέλουν να πληρώνουν σε «παράλληλο», ή με υποσχετικές κτλ, όμως να πληρώνονται και να αποταμιεύουν σε ευρώ. Η καταναγκαστική επιβολή αυτής της εντελώς αντιφατικής συμπεριφοράς τόσο στα φυσικά, όσο και στα νομικά πρόσωπα είναι αναπότρεπτο να οδηγήσει σε εκτρωματικές καταστάσεις. Διότι προκειμένου να πληρώνουν g-euro, θα ξοδέψουν αρχικά σε ευρώ να τα προμηθευτούν, αλλά εφ’ όσον οι πληρωμές μισθών και συντάξεων κτλ από το δημόσιο θα γίνονται με αυτά δεν θα δυσκολευτούν καθόλου να τα βρουν. Κι όταν σε σύντομο χρονικό διάστημα -λίγων εβδομάδων- τελειώσουν τα ευρώ των λαϊκών στρωμάτων, ειδικά αυτών που εξαρτώνται αποκλειστικά από τη σύνταξη, ή το μισθό, που θα καταβάλλονται στο δεύτερο «μαλακό» νόμισμα, τότε θα αρχίσει το πάρτι!

Θα είναι η χαρά του μαυραγορίτη.

Οι τιμές θα αναγράφονται υποχρεωτικά και στα δύο νομίσματα, αλλά η εκτίναξη τους και ο υπερπληθωρισμός που θα καταρρακώσει αξίες και εισοδήματα, θα είναι το άμεσο αποτέλεσμα. Ο πανικός που εξ αρχής θα προκληθεί, θα επιτείνει το πρόβλημα και θα συμπαρασύρει σε ανοδική τροχιά και τις τιμές σε ευρώ.

Το μικροεμπόριο θα δεινοπαθήσει, αφού θα είναι υποχρεωμένο να εισπράττει στο παράλληλο διπλό, αλλά να πληρώνει τους προμηθευτές -έστω και κατά ένα μέρος- σε ευρώ. Οι τεχνητές -και όχι μόνο- ελλείψεις στην αγορά και μάλιστα σε βασικά προϊόντα θα γίνουν καθεστώς.

Δηλαδή, το διπλό, ή παράλληλο νόμισμα θα έλθει να ολοκληρώσει τις καταστροφές που προκάλεσε η εσωτερική υποτίμηση, ενισχύοντάς την σε απόλυτο βαθμό.

Οι εξαρτώμενοι αποκλειστικά από το παράλληλο νόμισμα δηλαδή οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, αφού δεν θα έχουν άλλη επιλογή, θα είναι τα μεγάλα θύματα της εισαγωγής του -επί της ουσίας- κατοχικού νομίσματος, ανεξάρτητα το πως αυτό θα ονομαστεί. Ακόμη και γενναίες αυξήσεις στους μισθούς να γίνονται στο παράλληλο νόμισμα σε αντιστάθμιση της αύξησης των τιμών, αυτές θα εξανεμίζονται εν ριπή οφθαλμού και θα ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις.

Περιουσίες θα αλλάξουν χέρια σε μια νύχτα ακόμα και «για έναν τενεκέ λάδι», όπως στην πρώτη κατοχή. Δηλαδή, θα συμβεί αυτό ακριβώς που οι ευρώφρονες κινδυνολογούσαν στην περίπτωση επιστροφής στη δραχμή.

Ο πλήρης αφελληνισμός κάθε δημόσιου και ιδιωτικού περιουσιακού στοιχείου, με μόνους ευνοημένους -πέραν των ξένων- αυτούς που έχουν ήδη, ή που στο μεταξύ θα έχουν κατορθώσει να διοχετεύσουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό, ή -εν πάσει περιπτώσει- θα έχουν ισχυρό «κομπόδεμα» σε ευρώ εκτός τραπεζικού συστήματος.

Προς αποφυγή, ή ελαχιστοποίηση των παραπάνω συνεπειών, προτείνεται το δεύτερο αυτό παράλληλο προς το ευρώ νόμισμα να κατοχυρωθεί δια νόμου ως υποχρεωτικό μέσο συναλλαγών και να μην είναι μετατρέψιμο σε ευρώ, ή να είναι μερικώς μετατρέψιμο (κατά το ολίγον έγκυος!).

Στην πράξη δεν μπορεί να επιβληθεί δια νόμου το παράλληλο νόμισμα ως υποχρεωτικό (άρα μοναδικό) μέσο των συναλλαγών, επειδή οι συναλλαγές θα μπορούν να πραγματοποιούνται αναγκαστικά και με ευρώ, εφ’ όσον το τελευταίο θα εξακολουθεί να είναι -υποτίθεται- το επίσημο νόμισμα του κράτους και η χώρα θα παραμένει έστω τυπικά στην ευρωζώνη και όλες οι πολιτικές θα εκπορεύονται από αυτήν. Η προσπάθεια μιας τέτοιας επιβολής θα επιτείνει τις ανησυχίες και τον πανικό.

Έτσι, εάν όντως ισχύει, ότι η πληρωμή των φόρων στο κράτος με το παράλληλο νόμισμα το καθιστά ως το επίσημο νόμισμα του κράτους, αυτό δεν ισχύει όταν οι συναλλαγές, αλλά και οι πληρωμές των φόρων θα μπορούν να γίνονται και σε άλλο νόμισμα. Θα πρόκειται για μια τόσο ερμαφρόδιτη κατάσταση που δεν θα μπορέσει να αντέξει για πολύ.

Και πως είναι δυνατό οι μεν συναλλαγές να μπορούν να γίνονται είτε με ευρώ, είτε με το παράλληλο «μαλακό», το δε δεύτερο να μην είναι μετατρέψιμο στο πρώτο, αλλά το ευρώ να είναι μετατρέψιμο στο παράλληλο; Έτσι η μόνη νομοθετική πρόβλεψη που μπορεί να υπάρξει (αν υπάρξει), θα είναι -μόνον και αποκλειστικά- η ποινικοποίηση της άρνησης εκτέλεσης οποιασδήποτε συναλλαγής και στο παράλληλο νόμισμα. Δηλαδή να μην μπορεί ο περιπτεράς να πουλήσει ένα πακέτο τσιγάρα και να ζητά να πληρωθεί το αντίτιμο μόνο σε ευρώ αρνούμενος την πληρωμή στο παράλληλο νόμισμα.

Αλλά αυτό απέχει από το να καταστήσει το «παράλληλο» ως υποχρεωτικό, δηλαδή μοναδικό και μη μετατρέψιμο μέσο συναλλαγών στο εσωτερικό της χώρας. Αντίθετα αυτός που συγκεντρώνει χρήματα σε «παράλληλο» από πωλήσεις, ή άλλες συναλλαγές, θα προσπαθεί να βρει τρόπους να τις μετατρέψει αμέσως στη «μαύρη» αγορά σε ευρώ, προκειμένου να διασφαλίσει ένα μεγάλο μέρος από την αξία των χρημάτων του. Εφ’ όσον αυτό δεν θα μπορεί να το κάνει νόμιμα στις τράπεζες (διότι πέραν της απαγορεύσεως οι τραπεζίτες δεν είναι τόσο ηλίθιοι να ξοδεύουν τα ευρώ τους) θα βρει τον τρόπο στην μαύρη παράλληλη αγορά που θα σχηματιστεί, αποδεχόμενος το κόστος της μετατροπής. Οι τράπεζες αντίθετα δεν θα δίδουν ευρώ που θα σπανίζει ολοένα και πιο πολύ, αλλά θα πωλούν «παράλληλο» έναντι «παραλλήλου» και θα αγοράζουν ευρώ έναντι πάλι «παραλλήλου».

Θα υπέθετε κανείς, ότι έστω και με αυτόν τον παράδοξο τρόπο τελικά το παράλληλο νόμισμα θα επικρατήσει και θα γίνει το μοναδικό μέσο συναλλαγής, αφού το ευρώ θα εξαφανιστεί πλήρως από την κυκλοφορία. Έτσι η αγορά θα ομαλοποιηθεί και θα επέλθει ισορροπία. Όμως αυτό θα είναι τόσο πολύ υποτιμημένο σε σχέση με το ευρώ, που το τελευταίο συσσωρευμένο πια σε πολύ λίγα χέρια και μάλιστα εκτός επίσημου τραπεζικού συστήματος, είτε θα βρει τις οδούς διαφυγής στο εξωτερικό, είτε θα χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση σε απολύτως εξευτελιστικές τιμές περιουσιακών στοιχείων.

Συνεπώς, για να αποφευχθούν όλες αυτές οι ανωμαλίες που θα προκληθούν ακριβώς από τον ερμαφρόδιτο -από τη φύση του- χαρακτήρα του διπλού νομισματικού, θα πρέπει να απαγορευτεί πλήρως η κυκλοφορία του ευρώ και οι οποιαδήποτε συναλλαγή με αυτό στο εσωτερικό της χώρας, από την πρώτη στιγμή. Αυτό όμως έρχεται σε αντίφαση τόσο με την παραμονή μας στην ευρωζώνη, όσο και με την πρόταση που θέλει τις συναλλαγές να πραγματοποιούνται και στα δύο νομίσματα. Πως θα γίνεται αυτό εάν το παράλληλο νόμισμα θα είναι μη μετατρέψιμο σε ευρώ και υποχρεωτικό μέσο συναλλαγής;

Αλλά κι εάν, παρ’ όλα αυτά, με κάποιον μαγικό τρόπο ξεπεραστούν οι αντιφάσεις και επιβληθεί το δεύτερο «μαλακό» νόμισμα» ως αποκλειστικό μέσο συναλλαγών στο εσωτερικό, ποιος ο λόγος να μην επιλεγεί μια καθαρή έξοδος από την ευρωζώνη και η καθιέρωση γνήσιου εθνικού νομίσματος στην πλήρη του μορφή;

Μόνο για να μας κάνει «κουμάντο» η ΕΚΤ; Ή για να εξακολουθούμε να αποπληρώνουμε σε σκληρό νόμισμα ένα δυσβάστακτο και παράνομο χρέος προς το ευρωσύστημα;

Και τι θα κερδίζουμε εμείς συνεχίζοντας και εμμένοντας στην εκχώρηση του κυριαρχικού δικαιώματος της έκδοσης του νομίσματός μας σε υπερεθνικούς «θεσμούς»;

Στην περίπτωση της Ιταλίας ισχύουν τα ίδια, με μόνη διαφορά ότι εκεί λόγω μεγέθους, αλλά και πιο ισχυρού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ενδεχομένως οι αντιφάσεις και οι συνεπαγόμενες αρνητικές επιπτώσεις να καθυστερήσουν για λίγο να εμφανιστούν. Αλλά θα εμφανιστούν κι εκεί. Έτσι, ή οι Ιταλοί θα σκύψουν το κεφάλι και θα επιστρέψουν στη μεγάλη «αγκαλιά», ή θα τραβήξουν τον μοναδικό δρόμο προς ένα γνήσιο νέο Εθνικό νόμισμα, τη νέα Λίρα, αποκόπτοντας κάθε δεσμό με την ευρωένωση, με ό,τι αυτό θα σημάνει για την βιωσιμότητα της ίδιας της ευρωένωσης. Γι’ αυτό και οι τριγμοί που ήδη προκαλούνται στο ευρωσύστημα και κάνουν τους ιθύνοντες του «ιερατείου» των Βρυξελλών να έχουν χάσει και το τελευταίο ίχνος διπλωματικής ευγένειας απειλώντας ευθέως την Ιταλία με σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς, θέτοντας ταυτόχρονα τους μηχανισμούς των οίκων αξιολόγησης να υποβαθμίζουν την πιστοληπτική ικανότητα της γείτονος χώρας..

Άλλα λειτουργικά και νομικά ζητήματα

Παράλληλα, τεράστια προβλήματα λειτουργικότητας, αλλά και δυσεπίλυτα νομικά ζητήματα θα εγερθούν.

Το κράτος δεν μπορεί παρά να αποδεχθεί άμεσα την πληρωμή των φόρων στο παράλληλο νόμισμα, αφού θα πληρώνει σε αυτό. Δεν γίνεται διαφορετικά. Εάν επιχειρηθεί να ζητά μέρος της φορολογίας να καταβάλλεται σε ευρώ, θα προκαλέσει τεράστια αναστάτωση και τα δικαστήρια θα κληθούν να αποφασίζουν, εάν κάποιος φορολογούμενος θα είχε τη δυνατότητα πληρωμής μέρους της φορολογίας του σε ευρώ, ή όχι. Σύντομα μια τέτοια ρύθμιση θα αποδειχθεί παντελώς ανεφάρμοστη και θα καταπέσει.

Επίσης, τι θα γίνει με τις καταθέσεις; Θα μετατραπούν στο παράλληλο νόμισμα; Και πως θα αποφευχθεί ένα bank run, ακόμα και με άσκηση βίας, στην υποψία και μόνο μιας τέτοιας μετατροπής σε ένα ψευδονόμισμα, που θα θεωρείται και θα είναι κατοχικό άνευ αξίας; Εάν παραμείνουν στο ευρώ, όπως θα ήταν λογικό, θα μπορούν να γίνονται αναλήψεις σε ευρώ, ή οι αναλήψεις θα γίνονται αποκλειστικά στο «παράλληλο» νόμισμα, ή ένα μέρος τους θα μπορεί να γίνεται και σε ευρώ;

Με τα δάνεια τι θα γίνει; Προφανώς κι επειδή αυτά έχουν συναφθεί σε ευρώ, αλλά και οι υποχρεώσεις των τραπεζών προς το ευρωσύστημα είναι σε ευρώ, δεν θα μπορεί να υπάρξει μετατροπή τους στο παράλληλο νόμισμα. Αλλά τότε πως θα μπορούν να τα εξυπηρετούν οι δανειολήπτες, που θα πληρώνονται σε κατοχικές «δραχμές», υποσχετικές, ή g-euro;

Κι όμως όλα αυτά τα ερωτηματικά που προκαλούνται από τις προφανέστατες αντιφάσεις της λειτουργίας ενός τέτοιου «μεσοβέζικου» νομισματικού συστήματος, δεν απαντώνται, παρά μόνο τονίζονται οι σκοποί της καθιέρωσής του και τα προσδοκώμενα από αυτήν αποτελέσματα. Και ποια είναι αυτά;

Τι τελικά μπορεί να προσφέρει το διπλό νομισματικό πέραν από ανείπωτες καταστροφές και δυστυχία και όχι μόνο στα πτωχότερα κοινωνικά στρώματα, που θα ωθούνται βίαια σε ακόμη μεγαλύτερη εξαθλίωση;

Η κατάρρευση στο όνομα μιας αντιυφεσιακής επεκτατικής πολιτικής

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ο ισχυρισμός, ότι με την εκτύπωση «μαλακού» ευρώ -που μπορεί να το ονομάσουν και δραχμή για να υπονομεύσουν στη συνείδηση του κόσμου την αξία του εθνικού νομίσματος-, ως παράλληλου νομίσματος, θα γίνει εφικτή η χρηματοδότηση αντιυφεσιακής επεκτατικής δημοσιονομικά πολιτικής, που θα μειώσει την ανεργία και η κάλυψη των κρατικών δαπανών θα γίνεται χωρίς εξωτερικό δανεισμό. Επίσης, ότι τα πρωτογενή ελλείμματα θα καλύπτονται με αύξηση ποσότητας χρήματος, χωρίς να αυξηθεί το δημόσιο χρέος.

Ενώ το παραπάνω είναι αλήθεια στην περίπτωση καθαρής μετάβασης σε εθνικό νόμισμα δημόσιου χαρακτήρα, στην περίπτωση του διπλού νομισματικού δεν έχει ισχύ. Διότι, πχ οι μεγάλοι προμηθευτές του δημοσίου, όπως και οι κατασκευαστές δημοσίων έργων, που συνήθως λειτουργούν σε κονσόρτσιουμ με ξένες τράπεζες, ή δανείζονται από αυτές, θα απαιτούν να πληρώνονται σε ευρώ και όχι σε ένα νόμισμα εσωτερικής μόνο χρήσης και μειωμένης αξίας (τουλάχιστον σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της δαπάνης τους).

Οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες επίσης, θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να διασφαλίσουν εισπράξεις σε ευρώ και θα βρουν τρόπους να το καταφέρουν έστω μερικώς, με αντίστοιχη διοχέτευση κεφαλαίων προς το εξωτερικό. Οι φόρμουλες προς τούτο δεν είναι δύσκολο να βρεθούν, παρά τους ενδεχόμενους περιορισμούς στη διακίνηση κεφαλαίων. Η εμπειρία αυτό αποδεικνύει.

Το ίδιο θα συμβεί με το εισαγωγικό εμπόριο, με την εξάντληση κάθε εναπομείναντος συναλλαγματικού αποθέματος. Ακόμη και οι εξαγωγικές επιχειρήσεις που θα ευνοηθούν από ένα τέτοιο καθεστώς, διότι θα ξοδεύουν σε «παράλληλο», και θα εισπράττουν σε συνάλλαγμα, θα εντείνουν τις προσπάθειές τους να κρατούν τις εισπράξεις τους αυτές όσο μπορούν στο εξωτερικό. Ήδη είναι γνωστό, ότι το κάνουν σε έναν βαθμό, όπως και πολλές μεγάλες τουριστικές επιχειρήσεις. Τότε, αυτό το φαινόμενο θα γενικευτεί, στερώντας πολύτιμους πόρους από την εγχώρια οικονομία. Η επιδείνωση του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, παρά το αντίθετα αναμενόμενο, θα είναι δραματική, καθώς και η δημιουργία συνθηκών κατάρρευσης ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία!

Με τη ραγδαία υποτίμηση του παράλληλου «νομίσματος» στο εσωτερικό, τη γενικευμένη έλλειψη εμπιστοσύνης στα όρια του πανικού και του γεγονότος ότι όλοι θα θέλουν να πληρώνουν σε αυτό, αλλά να πληρώνονται σε ευρώ και να τα φυγαδεύουν σε «ασφαλείς» τόπους, το αδιέξοδο πολύ γρήγορα θα γίνει πλήρες. Η χώρα θα καταρρεύσει ολοκληρωτικά μέσα σε μόλις λίγους μήνες!

Διπλό νομισματικό και χρέος

Όσον αφορά στο δημόσιο χρέος, αυτό κάτω από τις συνθήκες που θα δημιουργηθούν θα επιβαρυνθεί ακόμη περισσότερο, αφού και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα επιβαρυνθεί υπερβολικά, λόγω της φυγής κεφαλαίων, αλλά και της διακράτησης ενός μεγάλου μέρους των εισπράξεων από τις εξαγωγές και τον τουρισμό στο εξωτερικό. Θα οδηγηθούμε έτσι -μολονότι οι θιασώτες του διπλού νομισματικού πιστεύουν το αντίθετο- στην ανάγκη πρόσθετου εξωτερικού δανεισμού, τόσο για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, όσο και για την κάλυψη των νέων ελλειμμάτων που θα δημιουργηθούν.

Εξ άλλου, είναι γνωστό, ότι για να υπάρξει σταδιακή πλην ουσιαστική μείωση του χρέους θα πρέπει να εξασφαλιστούν τερατώδη για τα πραγματικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας πλεονάσματα για πάρα πολλά χρόνια. Αυτό σημαίνει, ότι σε καθεστώς ευρώ, ακόμα και αν επιτυγχάνονται τέτοια πλεονάσματα -που είναι αδύνατο- αντί αυτά να κατευθύνονται σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και σε παραγωγικές επενδύσεις, θα χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή του χρέους, με συνέπεια τη στέρηση πολύτιμων πόρων από την οικονομία και άρα αδυναμία επίτευξης τέτοιων πλεονασματικών ισοζυγίων. Διότι για να υπάρξουν πλεονασματικά ισοζύγια απαιτείται να διοχετεύεται χρήμα σε παραγωγικές επενδύσεις, ή να συνεχίζεται αυξανόμενη στο διηνεκές η φτωχοποίηση ολοένα και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού.

Εάν δεν υπάρχει χρήμα η υπόθεση είναι τελειωμένη! Κι αν αυτό το λίγο που υπάρχει κατευθύνεται στην αποπληρωμή των χρεών, είναι δυό φορές τελειωμένη! Έτσι, εάν αυτό ισχύει σε καθεστώς ευρώ, ισχύει περισσότερο στο παράλληλο διπλό, αφού το δεύτερο νόμισμα -ως ψευδονόμισμα- θα καταστεί γρήγορα υπερπληθωριστικό και επί της ουσίας φάλσο! Το διπλό νόμισμα δεν είναι χρήμα ικανό να επενδυθεί παραγωγικά, όπως ήδη εξηγήθηκε! Ενδεχομένως θα είναι για μικρά έργα τοπικού χαρακτήρα με χρήση αποκλειστικά εγχώριων πρώτων υλών και μέσων. Κάτι που είναι πολύ λίγο για να αλλάξει σημαντικά τη γενικότερη εικόνα αποεπένδυσης που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία.

Εκτός εάν εξασφαλιστούν παραγωγικές επενδύσεις μέσω νέου δανεισμού. Αλλά τότε μπαίνουμε σε νέο φαύλο κύκλο υπερδανεισμού.

Ξένες επενδύσεις που θα αφορούν αποκλειστικά τον εξαγωγικό τομέα, όπως επιδιώκεται για τη δημιουργία πλεονασμάτων στο εξωτερικό ισοζύγιο, δεν θα προλάβουν να γίνουν στην περίπτωση του διπλού νομισματικού, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να προσφέρουν ουσιαστικά στην οικονομία και την αποπληρωμή του χρέους. Μόνον κάποιες κακοπληρωμένες (στο παράλληλο νόμισμα) εν πολλοίς θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν -εάν δημιουργηθούν. Επίσης κάποιες εισπράξεις από τη φορολογία στο παράλληλο ψευδονόμισμα, αφού το κράτος δεν θα μπορεί παρά να δέχεται την πληρωμή των φόρων με αυτό. Όμως έτσι το πολύτιμο συνάλλαγμα και σε αυτήν την περίπτωση θα κάνει φτερά!

Αντί επιλόγου: Το διπλό νομισματικό σύστημα ως ο ασφαλέστερος δρόμος προς την άβυσσο.

Το διπλό νομισματικό σύστημα είτε εφαρμοστεί στη νομισματική του μορφή ως «μαλακό» ευρώ, ή ονομαστεί παραπλανητικά «δραχμή», είτε με τη μορφή υποσχετικών IOUs (Scrip), θα αποδειχθεί -στην περίπτωση της ταλαιπωρημένης χώρας μας- το τελικό βήμα προς την άβυσσο και προς την πλέον ανώμαλη έξοδο από την ευρωένωση, μολονότι ορισμένοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορεί να είναι το μέσο μιας «ομαλής» εξόδου. Αφού θα έχουν προηγηθεί όλα τα αρνητικά που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους. Μαζικές εκροές κεφαλαίων με κάθε τρόπο στο εξωτερικό, μηδενισμός εισοδημάτων και αξιών, μαύρη αγορά, αθέμιτος πλουτισμός αυτών που θα διαθέτουν ικανή ρευστότητα σε ευρώ, πείνα, κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος με τον ένα ή τον άλλον τρόπο κτλ με τελική επισημοποίηση της βαθιάς χρεοκοπίας.

Και όλα αυτά θυσία στην -ψυχοπαθολογικού πλέον χαρακτήρα- εμμονή κάποιων για πάσει θυσία παραμονή στην ευρωζώνη, ή στις φοβίες κάποιων άλλων για ρηξικέλευθες εδώ και τώρα λύσεις.

Μόνο η καθαρή μετάβαση σε καθεστώς «sovereign money», δηλαδή σε εθνικό δημόσιου χαρακτήρα νόμισμα, σε συνδυασμό με τη «σεισάχθεια» των χρεών, μπορεί να δώσει, σε συνθήκες σχετικής ομαλότητας, γρήγορα αποτελέσματα ανάκαμψης της εθνικής οικονομίας, κόβοντας συνάμα τον γόρδιο δεσμό της εξάρτησης.

Και στην περίπτωση της Ιταλίας ισχύουν τα ίδια πάνω-κάτω. Το διπλό νομισματικό, αν εφαρμοστεί ως «μισό» βήμα, θα αποδειχθεί σύντομα μετέωρο και θα οδηγήσει, μέσα από αλλεπάλληλα πλήγματα στην οικονομία της γείτονος, είτε σε ένα συνολικό πισωγύρισμα, είτε -το πιο πιθανό- σε οριστική καθολική ρήξη με την ευρωένωση και στη διάλυση της τελευταίας -πράγμα βέβαια απολύτως θεμιτό, αναγκαίο για τους λαούς και συνεπώς επιθυμητό για όλους τους ορθοφρονούντες.


*Ο Όθωνας Κουμαρέλλας είναι αρχιτέκτονας μηχ/κος και συγγραφέας
-Το δε παρόν άρθρο-ανάλυση αποτελεί επικαιροποίηση παλαιότερου, με τον ίδιο τίτλο και με προσθήκες σχετικά με τα τεκταινόμενα στη γειτονική Ιταλία, μετά την επικράτηση των «ευρωσκεπτικιστών» των 5 Αστέρων και της Λίγκας.

 

 

Αφήστε ένα σχόλιο