Τι καταδεικνύουν οι ζυμώσεις για κατάπαυση του πυρός στη Μέση Ανατολή

Τι καταδεικνύουν οι ζυμώσεις για κατάπαυση του πυρός στη Μέση Ανατολή


του Κώστα Ράπτη

Βραχυπρόθεσμα, και οι δύο πρωταγωνιστές της παρούσας ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, ήτοι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου και η παλαιστινιακή ισλαμιστική οργάνωση Χαμάς η οποία διοικεί τη Λωρίδα της Γάζας, βγαίνουν νικητές – στο μέτωπο που τους ενδιαφέρει περισσότερο, που δεν είναι άλλο από το εσωτερικό.

Η πιθανότητα σχηματισμού (μετά τις τέταρτες βουλευτικές εκλογές στο Ισραήλ εντός διετίας) μιας κυβέρνησης “οποιουδήποτε εκτός του Μπίμπι», υπό τον εντολοδόχο πρωθυπουργό Γιάιρ Λαπίντ, έχει πρακτικά ακυρωθεί. Αλλά και στην άλλη πλευρά, το κενό που προκλήθηκε από την αναβολή, για πολλοστή φορά την τελευταία δεκαπενταετία, των παλαιστινιακών βουλευτικών και προεδρικών εκλογών, καλύφθηκε στην πράξη από την ετοιμότητα της Χαμάς να εμπλακεί στην αναταραχή που ξέσπασε στην ανατολική Ιερουσαλήμ, κλιμακώνοντας ταχύτατα τις επιθέσεις με ρουκέτες εναντίον αστικών κέντρων του Ισραήλ. Με τον τρόπο αυτό, οικειοποιείται μια σύγκρουση η οποία ξεκίνησε από μια νέα γενιά Παλαιστινίων διαδηλωτών χωρίς οργανωτική ένταξη και αναδεικνύεται ως ο εκπρόσωπος της παλαιστινιακής υπόθεσης που δεν μπορεί να παρακαμφθεί, την ίδια ώρα που η Παλαιστινιακή Αρχή παρακολουθεί αμήχανα.

Την ενδυνάμωση αυτή της Χαμάς, παρά την εξόντωση σειράς ηγητόρων της κατά τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς, την φανερώνει και η έλλειψη βιασύνης της να προσχωρήσει σε κατάπαυση του πυρός, υπό το πρόσχημα ότι η αιγυπτιακή αντιπροσωπεία που διαμεσολαβεί αυτή την προσπάθεια, δεν έχει ακόμη μεταβεί στη Λωρίδα της Γάζας λόγω της κατάστασης ασφαλείας.

Ο Νετανιάχου, πάλι, είχε τη μάλλον δυσάρεστη εμπειρία να ακούσει τον Αμερικανό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν να τονίζει κατά την χθεσινή τηλεφωνική επικοινωνία τους ότι αναμένει, σύμφωνα με την σχετική ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, “σημαντική αποκλιμάκωση από σήμερα καθ’ οδόν προς μια κατάπαυση του πυρός». Και μόνο η χρήση της λέξης “σήμερα” έχει κάτι από τελεσίγραφο και πάντως συνιστά απόκλιση από την πάγια πρακτική των αμερικανικών κυβερνήσεων να αφήνουν στο Ισραήλ την πρωτοβουλία του τερματισμού ανάλογων συγκρούσεων κατά το παρελθόν σε χρόνο της επιλογής του.

Πρόκειται για το αποτέλεσμα της κομματικοποίησης, με ευθύνη του ίδιου του Νετανιάχου, των μεσανατολικών ζητημάτων στην αμερικανική δημόσια ζωή, ήδη από την εποχή της προεδρίας Ομπάμα. Την ώρα που 44 Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές ζητούν από τον Μπάιντεν να σταθεί αταλάντευτα πλάι στο Ισραήλ και να διακόψει κάθε διαπραγμάτευση με το Ιράν, που στηρίζει την Χαμάς, για πρώτη φορά ένα πλειοψηφικών ποσοστό (53%) των Δημοκρατικών ψηφοφόρων δηλώνει, σε έρευνα της Gallup χρονολογούμενη από τον Μάρτιο ότι οι ΗΠΑ πρέπει να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση στην ισραηλινή παρά στην παλαιστινιακή πλευρά. Ο αρθρογράφος των New York Times Νίκολας Κρίστοφ υποστηρίζει ότι “οι ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ κλονίζονται».

Φυσικά, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι αντιφατικό, όπως και όλη η αμερικανική στάση τις τελευταίες ημέρες που συνδυάζει τις συστάσεις Μπάιντεν και την ασυνήθιστα αρνητική για το Ισραήλ κάλυψη των εξελίξεων από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης με την επείγουσα αποστολή νέων εξοπλισμών και την διπλωματική ασυλία προς το εβραϊκό κράτος μέσω της παρεμπόδισης λήψης αποφάσεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η “αποκλειστικότητα” που είχαν οι ΗΠΑ στον χειρισμό των θεμάτων της περιοχής δοκιμάζεται. Διόλου τυχαία η Ρωσία επιμένει να προβάλλει την ουδετερότητά της και να ζητά την ενεργοποίηση του “κουαρτέτου» για τη Μέση Ανατολή, όντας το μόνο μέλος του το οποίο συνομιλεί και με τη Χαμάς.

Από την άλλη πλευρά, παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή μένουν μετέωροι, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας, η οποία, αντί για την αναμενόμενη προσχώρησή της στις “Συμφωνίες του Αβραάμ” για αμοιβαία αναγνώριση με το Ισραήλ, τώρα πρωτοστατεί στην υιοθέτηση καταδικαστικών για το Τελ Αβίβ αποφάσεων στον Οργανισμό Ισλαμικής Συνεργασίας.

Με άλλα λόγια, το οικοδόμημα του Ντόναλντ Τραμπ καταρρέει πολύ συντομότερα από ό,τι νομιζόταν. Για τον απλούστατο λόγο ότι η βασική του προϋπόθεση, ο ενταφιασμός του παλαιστινιακού ζητήματος, δεν είναι ρεαλιστική.

από το «https://www.capital.gr/»

 

Αφήστε ένα σχόλιο